Προέλευση: αρμενική, από την αρμενική λέξη ζάνζαλος = ρακένδυτος
Ιδίωμα: Σαντάς
Αρσενικό: Ενικός: τσάτσαλος Πληθυντικός: τσάτσαλοι
Θηλυκό: Ενικός: τσάτσαλος , τσάτσαλέσα Πληθυντικός: τσάτσαλοι
Ουδέτερο: Ενικός: τσάτσαλον Πληθυντικός: τσάτσαλα
Επίρρημα: τσάτσαλα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.