Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσάτσαλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τσάτσαλος Προφορά: τσάτσαλος
  1. ολόγυμνος, τσίτσιδος, γυμνός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    αρμενική, από την αρμενική λέξη ζάνζαλος = ρακένδυτος

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. γυμνός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. θεόγυμνος, μαδημένος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια