Ερμηνείες: 1) κάνω τον άλλο να θυμώσει, 2) προκαλώ οργή
Παράδειγμα: Εγουζουλαντούρεψεν με και ’κ’ έφαγα.
Παράγωγο: γουζουλαντούρεμαν
Ενεστώτας: γουζουλαντουρεύω Παρατατικός: εγουζουλαντούρευα Μέλλοντας: θα γουζουλαντουρεύω Αόριστος: εγουζουλαντούρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.