Παράδειγμα - Ερμηνεία: Τ’ ομμάτα μ’ τσ̌αταλαεύ’νε. (βλέπουν διπλά, δεν βλέπουν καθαρά)
Προέλευση: από το τσ̌αχάλ = διχαλωτό
Ομμόριζο - Παράγωγο: τσ̌αταλάεμαν
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.