Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαταλλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌αταλλαεύω , 2. τσ̌αταλαεύω Προφορά: τσαταλλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Ερμηνεία:
    Τ’ ομμάτα μ’ τσ̌αταλαεύ’νε. (βλέπουν διπλά, δεν βλέπουν καθαρά)

    Προέλευση:
    από το τσ̌αχάλ = διχαλωτό

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσ̌αταλάεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια