Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαρτσαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσαρτσαρίζω Προφορά: τσαρτσαρίζω
  1. λέγεται για την φωτιά, τα ξύλα που όταν ανάβουν βγάζουν ιδιαίτερο ήχο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    ονοματοποιημένο

  2. φωνάζω βγάζοντας άναρθρες κραυγές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια