Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τη δα̤βόλ’ τό τσ̌αρούχͮ’ αλήγορα τρυπισκάται. (Ιδίωμα: Κοτυώρων)
Προέλευση: 1) από το μεσαιωνική λέξη τσαρούκια 2) τουρκική, από την τουρκική λέξη carik