Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ωράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ωρά̤ζω Προφορά: ωρεάζω
  1. επιτηρώ, φυλάττω, φυλάγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ωρά̤ζ’ τη γυναίκαν ατ’. (επιτηρεί την πίστη της)
    2) Ωρά̤σον τρως ασό φαΐν ατουν, εχάθες. (προσοχή μην)
    3) Ωρία τη νύχταν εβγαίντς έξ’. (προσοχή μην)
    4) Ωρά̤σον και ωρία εγνεφίεις τοι δράκ’ς, εχάθες. (απαντά και μαζί με το ωράσον για να επιστήσει μεγάλη προσοχή)

    Ωρά̤σον προστακτική του αορίστου του ωρά̤ζω που κατάντησε επίρρημα.
    Ωρία προστακτική του ενεστώτος του ωρά̤ζω που κατάντησε επίρρημα, όπως το ωράσον.

  2. φυλάσσω, προσέχω, βοσκώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    παθητική: ωριάσκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια