Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσαούλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌αούλ’ , 2. Τσ̌αούλ
Προφορά: τσαούλ
1) παλαιό χράμι (τσ̌αούλ) 2) χωριό Χαιρροιάννων με 40 οικογένειες (Τσ̌αούλ)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Εκρέμ’σεν το τσ̌αούλ’ σο νερόν. (παλαιό χράμι)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια