Ερμηνεία: το παχύ μέρος του σκεπαριού, σφυριού κλπ οργάνων
Παράδειγμα: Άμον τη σκεπαρί' το γουζίν κόφτ’ τ’ αχούλ’ν ατ’.
Ερμηνεία: το πίσω μη κοφτερό μέρος του μαχαιριού
Ενικός: γουζίν Πληθυντικός: γουζία