Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσανεύω Προφορά: τσανεύω
  1. παραχαϊδεύω, κακοσυνηθίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Μη τσανεύ’ς το μωρόν.
    2) Τσανεύκουμαι. (κάνω καμώματα του παραχαϊδεμένου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια