Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kizmak
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Θα γουζεύω και θα κουΐζω μίαν βαρέα.
Ενεστώτας: γουζεύω Παρατατικός: εγουζευα Μέλλοντας: θα γουζεύω Αόριστος: εγούζεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.