Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαμπλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤μπλίζω Προφορά: τσεαμπλίζω
  1. καμμύω ανοιγοκλείνω τα μάτια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ετσ̌άμπλιξεν τ’ ομμάτια του, εκόπαν τ’ αλυσίδια.

  2. ανοιγοκλείνω τα μάτια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια