Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσάμα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌άμα̤ , 2. τσ̌άμια Προφορά: 1. τσάμεα , 2. τσάμια
  1. πλεξούδα πλεξούδα μαλλιών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων, Σαντάς

    Παράδειγμα:
    1) Λέγ’νε μακρέα τσάμα̤ς π’ εχ’, τ’ αχούλ’ν ατ’ς λειφτωτόν εν’.
    2) Σο τσαμόπο σ’ να γίνομαι κουμπίν μαλαματένεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια