Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ποδαρομύτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ποδαρομύτ'
Προφορά: ποδαρομύτ
η μύτη, η άκρη των δακτύλων του ποδιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Σα ποδαρομύτα̤ απάν', άμον κάτα, επήεν σο χωρίον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια