Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποδάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποδάρ' Προφορά: ποδάρ
  1. πόδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εντώκα το ποδάρι μ' και κοτσίζω. (πόδι)
    2) Τη γεφυρί' το ποδάρ'.
    3) Πατώ ποδάρ'. (επιμένω)
    4) Οντάν εκοιμέθεν ο ποπάς εμουν, εφέκεν σο ποδάρ'ν ατ' το γιόν ατ'. (θέση)
    5) Σύρκεται το ποδάρ'. (Αραιώνουν οι διαβάτες.)
    6) Κόπεται το ποδάρ'. (Δεν περνά κανείς διαβάτης.)
    7) Σ'κώνω ποδάρ'. (α.Ταχύνω το βήμα., β.Προτρέπω/Σηκώνω τους άλλους σε επανάσταση.)
    8)Τα ποδάρα̤ τ' αφκά 'κί κρούγ'νε. (Από τη χαρά του πετά.)
    9) Ευτάγω ποδάρ'./Ευτάγω τόπον σο ποδάρι μ'. (βάλλω πόδι, εγκαθίσταμαι)
    10) Δεβάζω σο ποδάρ'. (το διασχίζω, το μετρώ)
    11) Κρούω σό ποδάρ'. (υποτιμώ)
    12) Πουλώ απάν' σο ποδάρ'. (Δεν έχω μόνιμο μαγαζί.)
    13) Ανοίουνταν τα ποδάρα̤ τ'.
    14) Λύουνταν τα ποδάρα̤.
    15) Το ποδάρι σ' σο λιθάρ να μή παίρ'. (Να μη σου τύχη και το παραμικρό εμπόδιο/ατύχημα.)
    16) Ποδάρα̤ τή κουνί'. (Τα πλαγινά της κούνιας που κάτω είχαν φαρδιά σανίδα ημικυκλική για να κουνιέται.)

  2. πόδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό πους-ποδός

    Ενικός αριθμός:
    το πόδι

    Πληθυντικός αριθμός:
    τα ποδάρα̤

Παρατηρήσεις - Σχόλια