Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ισπύρτς κοντός άμα γιγούντς έτον.
Παράγωγο: γιγουτλούχ' (το) (ρώμη)
Αρσενικό: Ενικός: γιγούτης / γιγούτ'ς Πληθυντικός: γιγούτοι / γιγούτ'
Θηλυκό: Ενικός: γιγούταινα Πληθυντικός: γιγούτοι / γιγούτ'
Ουδέτερο: Ενικός: γιγούτ' , γιγούτ'κον Πληθυντικός: γιγούτα̤ / γιγούτ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο αρσενικό. Το θηλυκό και το ουδέτερο γένος δεν δίνονται στην πηγή.