Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yatak
Παραδειγμα: Εβράδυνεν κι οι μαστόρ' επήγαν σα γιατάγα τουν.
Ενικός: γιατάγιν / γιατάγ' Πληθυντικός: γιατάγια / γιατάγα