Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιασμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γιασμά , 2. γιαζμά Προφορά: γιασμά
  1. καλύπτρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Η νέφε γιασμάν σ̌κεπάεται.

  2. γυναικεία μαντίλα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια