Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη Yeşil = πράσινο
Παράδειγμα: Έβρεξεν κι εγιασ̌ιλά̤εψεν ο κόσμος.
Επίθετο: γιασ̌ίλ, -αινα (πράσινος)
Παράγωγο: γιασ̌ιλά̤εμαν
Ενεστώτας: γιασ̌ιλα̤εύω Παρατατικός: εγιασ̌ιλά̤ευα Μέλλοντας: θα γιασ̌ιλα̤εύω Αόριστος: εγιασ̌ιλά̤εψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.