Ερμηνεία: 1) κόβω την κορφή, κορφολογώ 2) κόβω τις τρίχες του κεφαλιού 3) μένω χήρα
Προέλευση: από το επίθετο κουτούλης
Ενεστώτας: γουδουλίζω Παρατατικός: εγουδούλιζα Μέλλοντας: θα γουδουλίζω Αόριστος: εγουδούλισα / εγουδούλ'σα / εγουδούλτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.