Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουδουλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουδουλίζω Προφορά: γουδουλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) κόβω την κορφή, κορφολογώ
    2) κόβω τις τρίχες του κεφαλιού
    3) μένω χήρα

    Προέλευση:
    από το επίθετο κουτούλης

Παρατηρήσεις - Σχόλια