Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σουλαχλανεμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: σουλαχλανεμένος Προφορά: σουλαχλανεμένος
  1. οπλισμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εξέβαν σην απαντήν τη Δεσπότ’ σουλαχλανεμέν’.
    2) Οι Σαντέτ σουλαχλανεμέν επέγ’ναν σην Παναΐαν.

    Παράγωγο:
    σουλαχλάνεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια