Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιαρμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιαρμά Προφορά: γιαρμά
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) σχισμένα κομμάτια κούτσουρου (Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yarma, Ιδίωμα: Κρώμνης)
    2) χονδραλεσμένα σιτηρά για ζωοτροφή (Προέλευση: τουρκική)

    Παράδειγμα:
    Έγώ εγρίλεψα κ’ έκοψα γιαρμάδες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια