Ερμηνείες: 1) σχισμένα κομμάτια κούτσουρου (Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yarma, Ιδίωμα: Κρώμνης) 2) χονδραλεσμένα σιτηρά για ζωοτροφή (Προέλευση: τουρκική)
Παράδειγμα: Έγώ εγρίλεψα κ’ έκοψα γιαρμάδες.
Ενικός: η γιαρμά Πληθυντικός: τα γιαρμάδες / γιαρμάδας