Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαραφέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαραφέτ' Προφορά: μαραφέτ
  1. τέχνασμα, κάμωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη marifet

    Παράδειγμα:
    Ο τσ̌άκαλον πα εθέλεσεν να φτάει τη λύκονος τα μαραφέτα̤.

  2. τέχνασμα, τέχνη, επιτηδειότητα, επινόηση, μηχάνημα, πέος, ψωλή κάθε αντικείμενο που δεν μπορούμε ή δε θέλουμε να το αναφέρουμε με το όνομά του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από την τουρκική λέξη marifet

  3. αντικείμενο, πράγμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια