τέχνασμα, κάμωμαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη marifet
Παράδειγμα:
Ο τσ̌άκαλον πα εθέλεσεν να φτάει τη λύκονος τα μαραφέτα̤.
τέχνασμα, τέχνη, επιτηδειότητα, επινόηση, μηχάνημα, πέος, ψωλήκάθε αντικείμενο που δεν μπορούμε ή δε θέλουμε να το αναφέρουμε με το όνομά τουΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση :
Από την τουρκική λέξη marifet
αντικείμενο, πράγμαΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης