Ερμηνεία: έρημο, άγριο μέρος
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Απ’ αδαπέσ' ’κ’ εβγαίνω την ψ̌ήμ σο γιαπάν' ’κ’ εύρα.
Ενικός: γιαπάνιν / γιαπάν' Πληθυντικός: γιαπάνια / γιαπάνα̤