Επιπλέον Ερμηνεία: παιχνίδι μνήμης κατά το οποίο χάνει το στοίχημα εκείνος ο οποίος παίρνει κάτι από το χέρι του άλλου λησμονεί να πει "εξέρ’ ατο"
Παράδειγμα: Εποίκαμε γιατές σ’ έναν κοσσάραν και εκέρδισα ’το. (στοίχημα)
Ενικός: γιατέσιν / γιατέσ' Πληθυντικός: γιατέσα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας (πβ. Σχόλια πηγής).