Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σιρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιρά Προφορά: σιρά
  1. Μούστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) Είδος σταφυλής ηδίστης, κιτρίνης.
    2) Σιρά λαπά (τούρκ.) μουσταλευριά.

    Ιδίωμα:
    Κούσης

    Έβαζαν στη φωτιά μούστο και όταν πλησίαζε η βράση, έριχναν με τη φούχτα καλαμποκίσιο αλεύρι λίγο λίγο ανακατώνοντας συνεχώς για να μην τσικνίσει και όταν πύκτωνε, το άδειαζαν σε πιάτα και το έτρωγαν στη θέση κομπόστας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια