Ερμηνεία:
1) Είδος σταφυλής ηδίστης, κιτρίνης.
2) Σιρά λαπά (τούρκ.) μουσταλευριά.
Ιδίωμα:
Κούσης
Έβαζαν στη φωτιά μούστο και όταν πλησίαζε η βράση, έριχναν με τη φούχτα καλαμποκίσιο αλεύρι λίγο λίγο ανακατώνοντας συνεχώς για να μην τσικνίσει και όταν πύκτωνε, το άδειαζαν σε πιάτα και το έτρωγαν στη θέση κομπόστας.