Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μαραπάς (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαραπάς
Προφορά: μαραπάς
κολλήγος
ενοικιαστής κτήματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
’Κ’ έξαιραν ντο έτον εκαικά κρυμμένος ο μαραπάς τη μοναστηρί’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια