Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Ερμηνεία:
1) Βάψον τα χείλια σ’ σην πογιάν τα νύχια σ’ σην σ̌ινέαν. - Κινά, κόκκινη βαφή νυχιών.
2) Εποίκεν ατό σ̌ινέαν, - το έκαμε πολύ ψιλό.
3) Η σ̌ινέα τ’ εκοπανίεν. - Έρθεν η ώρα να πάει στη δουλειά, σχολείο, να παντρευτεί.