Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σινέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ινέα Προφορά: σινέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνεία:
    1) Βάψον τα χείλια σ’ σην πογιάν τα νύχια σ’ σην σ̌ινέαν. - Κινά, κόκκινη βαφή νυχιών.
    2) Εποίκεν ατό σ̌ινέαν, - το έκαμε πολύ ψιλό.
    3) Η σ̌ινέα τ’ εκοπανίεν. - Έρθεν η ώρα να πάει στη δουλειά, σχολείο, να παντρευτεί.

Παρατηρήσεις - Σχόλια