Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σιτάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιτά̤μ' Προφορά: σιτεάμ
  1. Επίπληξη, κατηγορία. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Να σο καλό σ’ και να τα σιτά̤μα σ’.

    Ρήμα:
    σιτά̤μλαεύω, σιτά̤μάζω= κατηγορώ.

    Παράδειγμα:
    Εσιτά̤μλάεψε με ντο ’κ’ επήγα ιδάν’ ατεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια