Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκατόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκατόν Προφορά: σκατόν
  1. Σκατό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
    1) Το σκατόν πα’ ολίγον εν’ άμα μαγαρίζ’. - Σκατό.
    2)Να τρώς τη μελεσσιδί’ το σκατόν (χιούμορ) - Σκατό.
    3) Σκατόν. Δίνεται ως απάντηση σε ερώτηση ανεπιθύμητη, π.χ. Έλα ολίγον, κρατ’ το σακκούλ’ - Σκατόν.
    4) Γαβουρεύ’ το σκατόν ατ’, - είναι πολύ τσιγκούνης.
    5) Σκατόν μαλάζ’, - δεν κάνει καλά.

  2. ανθρώπινη κόπρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σκώρ - σκατός

Παρατηρήσεις - Σχόλια