Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σεράϊ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεράι Προφορά: σεράι
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Ερμηνεία:
    1) Αφέντρα ελέηνε όλα τα σεράϊα τ’ εμά είναι. - Το παλάτι.
    2) Θα πάγω σο σαράϊ να βγάλω διαβατήριον. - Σαράϊ, η Τουρική νομαρχία, δικαστήρια.

    Προέλευση:
    Τούρκικη

Παρατηρήσεις - Σχόλια