Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σεπεκλίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεπεκλίκ' Προφορά: σεπεκλίκ
  1. Αστειότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Προέλευση:
    Τούρκικη

    Παράδειγμα:
    Με τα σεπεκλίκι α ’τουν Τούρκ’ και Ρωμαίοι επεράναν τον χειμωνγκόν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια