Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σελέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ελέκ' Προφορά: σελέκ
  1. φορτίο συνήθως ξύλων του δάσους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εσύ αύριο δέβα σα ξύλα φέρον έναν σ̌ελέκ’.
    2) Έναν σ̌ελέκ’ γένεια, πολλά γένεια.
    3) Σ̌ελέκ εσ̌ελεκίεσα ναϊλί που θα φορτούται.

Παρατηρήσεις - Σχόλια