Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαλπαρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤λπαρά Προφορά: τσεαλπαρά
  1. κομμάτι από σανίδα την οποία περιφέροντας στους δρόμους χτυπούσαν με ένα σίδερο για να καλέσουν τους Χριστιανους στην εκκλησία, γιατί οι καμπάνες ήσαν απαγορευμένες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Το χάταλον τσ̌αλπαράν το σαάτ μίαν ρούζ’ να σκοτούται. (εκείνος που πέφτει από απροσεξία)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια