Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαλίμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αλίμ’ Προφορά: τσαλίμ
  1. επίδειξη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τέϊ εδείκινισ̌κεν τσ̌αλίμια. (Ιδίωμα: Οινόης)

  2. τρόπος επιδεικτικός στη συμπεριφορά και την ενδυμασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη calim

  3. σκέρτσο, νάζι επιδεικτική συμπεριφορά στο ντύσιμο ή στον χορό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Έκφραση:
    έναν τσαλίμ = μια ιδέα, λίγο

    Παράδειγμα:
    « ο Κωστής έναν τσαλίμ ομοιάζ την μάναν 'ατ»

Παρατηρήσεις - Σχόλια