Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσακεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤κεύω Προφορά: τσεακεύω
  1. 1) κατεβάζω τον κόκορα του όπλου 2) τσακώνω, πιάνω (στα χαρτοπαίγνια) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Ενισ̌α̤λά̤ψεν (σημάδεψε) κι ετσ̌ά̤κεψεν. (κατεβάζω τον κόκορα του όπλου)
    2) Βάλαχα τσ̌ακεύω σε τσ’ αδαχά τσυλίεσαι. (κατεβάζω τον κόκορα του όπλου)
    3) Ετσ̌ά̤κεψεν με το κόζ’. (τσακώνω, πιάνω (στα χαρτοπαίγνια)

  2. πυροδοτώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια