Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα:
1) Ενισ̌α̤λά̤ψεν (σημάδεψε) κι ετσ̌ά̤κεψεν. (κατεβάζω τον κόκορα του όπλου)
2) Βάλαχα τσ̌ακεύω σε τσ’ αδαχά τσυλίεσαι. (κατεβάζω τον κόκορα του όπλου)
3) Ετσ̌ά̤κεψεν με το κόζ’. (τσακώνω, πιάνω (στα χαρτοπαίγνια)