Παράδειγμα: Σα Σούρμενα ας ση τσ̌ακαλίων τα λαλίας ’κ’ επορείς να κοιμάσαι, (θώς, τσακάλι).
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη cakal