Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσάκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ά̤κα Προφορά: τσεάκα
  1. 1) πίασμαν (πιάσιμο) 2) τσάκωσα στα παιγνιόχαρτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κόζ’ ’κ’ είχͮες με τ’ όποιον εποίκες τσ̌ά̤κα;

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσ̌ά̤κεμαν

  2. κολοβωμένη προστακτική του τσακώνω = σπάζω, κομματιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    τσακούμαι = τσακίζομαι, σπάω (σπάζε)

Παρατηρήσεις - Σχόλια