Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαϊνίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αϊνίκ’ Προφορά: τσαϊνίκ
  1. τσαγερό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ρωσική

    Στο τσ̌αϊνίκ’ έβαζαν το τσάι και λίγο νερό, στο γκιούμι δε (κουκούμ’), έβραζε μπόλικο νερό

  2. δοχείο παρασκευής τσαγιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια