Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) περιφράσσω. Εσάρεψα το κεπί μ’ με τα ξύλα.
2) περιτρυγυρίζω.Τα χάταλα εσάρεψαν τον πάππον ατούν κ’ έκουαν.
3) μου αρέσει. Γι͜άμ ’κι σαρεύει σε ο παιδάς; (Ιδίωμα: Σούρμενα)
Προέλευση :
Από το τουρκικό sarmak= περιτυλίσσω, περικυκλώνω