Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τρυφερόχορτη (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρυφερόχορτη
Προφορά: τρυφερόχορτη
είδος αγριάδας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια