τρυπέμπαλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρυπέμπαλον
Προφορά: τρυπέμπαλον
-
στενόμακρο πανικό της κούνιας που τοποθετούσαν κάτω από τον κώλο του παιδιού στην κούνια και που ήταν τρύπιο στη μέση, για να αφήνει να περάσουν το κάτουρο και τα κόπρανα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)