ασήμαντος, τιποτένιοςεκείνος που κλάνει συχνάΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Ο τρουτσέας εθαρρεί κάτ’ εποίκεν.
2) Έχͮ’ κι έρ’ται η μαλλα̤ρία, εμ’ τρουτσού εμ’ γουλα̤ρία. (δεν πρέπει να καυχιέται)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Θηλυκό:
Ενικός: τρουτσα̤ρία
Ουδέτερο:
Ενικός: τρουτσιάρικον
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.