τρομαχτόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρομαχτόν
Προφορά: τρομαχτόν
-
είδος χορού πολύ ζωηρού κατά τον οποίο όλα τα μέλη του σώματος εκινούντο ζωηρά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
είδος χορού στον οποίο όλο το σώμα μπαίνει σε τρομώδη, τρεμουλιαστή κίνηση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
χορός
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης