Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρομαχτόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρομαχτόν Προφορά: τρομαχτόν
  1. είδος χορού πολύ ζωηρού κατά τον οποίο όλα τα μέλη του σώματος εκινούντο ζωηρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. είδος χορού στον οποίο όλο το σώμα μπαίνει σε τρομώδη, τρεμουλιαστή κίνηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. χορός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια