Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρομάρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρομάρα Προφορά: τρομάρα
  1. για την οποία ετρόμαζε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Τι έχεις, νέ, τρομάρα μου;

Παρατηρήσεις - Σχόλια