Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρίχειλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τρίχͮειλος Προφορά: τρίσειλος
  1. με τρία χείλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άμον τρίχͮειλος. (για εκείνον που ψελίζει)

  2. πανούργος αυτός που μιλάει ψευδά, όχι καθαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια