Επιπλέον Ερμηνεία:
το μέρος της πλαγιάς του βουνού που είναι λίγο παρακάτω από την κορυφή
Παραδείγματα:
1) Τ’ οφρύδα̤ σ’ κόφτ’νε τον πασ̌άν, τ’ ομμάτα̤ σ’ βασιλέαν.
2) Σ’ οφρύδ’ τη ραχͮί’ αφκακέσ’ βόσκουνταν τα ζα.
Προέλευση:
από το αρχαιοελληνικό οφρύς- ύος
οφρύδ (ι)