Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τρίφυλλη (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρίφυλλη
Προφορά: τρίφυλλη
τριφύλλι
χόρτο κηπευτικό και αυτοφυές, του οποίου το άνθος είναι λευκό, κίτρινο και ερυθρό και ευωδέστατο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
γεντζιά (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
τριφύλλ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια