Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριφύλλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριφύλλ’ Προφορά: τριφύλλ
  1. τριφύλλι χόρτο κηπευτικό και αυτοφυές, του οποίου το άνθος είναι λευκό, κίτρινο και ερυθρό και ευωδέστατο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Χρήση από:
    Κούσης

  2. το φυτό τριφύλλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια