Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριφάρμακον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριφάρμακον Προφορά: τριφάρμακον
  1. πανάκεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Υιέ μ’ λιάσ̌ εν’ τριφάρμακον άμον τη κόρ’τς αγάπη.

  2. αλοιφή από λιβάνι, πίσσα και άσπρο σαπούνι, δηλητήριο δραστικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια