τριφάρμακον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τριφάρμακον
Προφορά: τριφάρμακον
-
πανάκεια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αλοιφή από λιβάνι, πίσσα και άσπρο σαπούνι, δηλητήριο δραστικό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης