Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τρισαρματωμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: τρισαρματωμένος
Προφορά: τρισαρματωμένος
πάνοπλος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ποιητικό
Παράδειγμα:
Άμον δράκοι τρισαρματωμένοι.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια